Ο τόΠος τοΥ δΕν | αμετανόητοι

Ο τόΠος τοΥ δΕν


αμετανόητοι

Είχε τέσσερις ρόδες ήταν το αυτοκίνητο. Μεγάλο τιμόνι λευκό, παράθυρα. Περνούσαμε καλά στο μεγάλο εκεί μέσα του. Βόλτες βόλτες βόλτες, μια πεντάρα βενζίνη. Στο χώμα και την άσφαλτο. Η καρδιά μας το έλεγε. Ολόγυρα ο κάμπος πράσινο καφέ. Καθόσουν μπροστά ήσουν όμορφη να! Μαργαρίτες έλεγες. Εγώ καθόμουν πίσω. Να μια κυρία, σκαλίζει τον κήπο της. Χαιρέτησέ την! Κι αυτός που οδηγούσε, δεν είναι πια κοντά μας. Βόλτες βόλτες βόλτες πολλές που κάναμε.

Θυμάμαι κάποτε στο καφενείο, κατέβηκες για παγωτό και μια πορτοκαλάδα. Εκείνος κάθονταν εκεί και είπε, που πάτε βρε παιδιά; Πάρτε με κι εμένα. Γελάσαμε. Έτσι γλυκά που το ζήτησε. Ήταν ωραία τότε.


περιεχόμενα | επαφή