Ο τόΠος τοΥ δΕν | ο κύιριος Δ

Ο τόΠος τοΥ δΕν


ο κύριος Δ

Ο κύριος Δ ήταν πολύ γέρος. Θα έχει σίγουρα κι αυτός την ιστορία του. Όμως εδώ που ήρθε, κανείς δε τη γνωρίζει. Έφτασε μόνος του ένα γλυκό απόγευμα του φθινοπώρου, για να νοικιάσει το επιπλωμένο στο ισόγειο. Φαινόταν καλός και ήσυχος. Δε βαστούνε τα πόδια μου, έλεγε. Νωρίς το πρωί, έκανε λίγο θόρυβο για να φτιάξει το τσάι του κι αυτό ειν’ όλο. Περνούσε την ημέρα καθισμένος μπροστά στο παράθυρο. Άνοιγε την ίδια παλιά εφημερίδα και διάβαζε τις παραστάσεις. Είμαι πολύ θεατρόφιλος εγώ, έλεγε. Είδα τον Άμλετ εικοσιοκτώ φορές στη ζωή μου! Δεν είναι και λίγες! Τότε, ένα μικρό, κουρασμένο χαμόγελο, πάλευε για να βγει από τα χείλη του. Φορές τα κατάφερνε.

Το παραθύρι του έβλεπε στο δρόμο και ήταν συνήθως μισάνοιχτο. Τραβούσε καλά την κουρτίνα, για να μπορεί να έχει επαφή με τους περαστικούς. Κάμποσοι ήταν αυτοί που ήθελαν μια πληροφορία. Εκείνος με χαρά τους εξυπηρετούσε. Από εδώ θα πας. Έδειχνε με τον αντίχειρα. Άφηνε κάπως να φανεί το ρολόι του και το χρυσό δαχτυλίδι. Και στο μπακάλικο θα κάμεις δεξιά. Δεν είναι δύσκολο. Θα το βρεις. Ευχαριστώ κύριε, έλεγε ο περαστικός. Εγώ, εγώ ευχαριστώ, έλεγε ο κύριος Δ.

Ήταν περήφανος άνθρωπος. Αντίθετα με άλλους της ηλικίας του δε μιλούσε πολύ για το παρελθόν. Κι όταν το έκανε, έβλεπες που δε στόλιζε τις καταστάσεις. Του άρεσε να περιγράφει τα πράγματα με ακρίβεια. Έτσι όπως τα είχε ζήσει ο ίδιος. Επίσης του άρεσε να δείχνει έτοιμος για το μεγάλο ταξίδι. Τα πρωινά που κουβεντιάζαμε, όταν ρωτούσα τι κάνει, μου έδινε συνεχώς την ίδια απάντηση. Τι κάνω; Εδώ! Περιμένω το χάρο! Να έρθει να με πάρει να τελειώνουμε! Με τον καιρό πίστεψα πως το εννοούσε. Κάπου τον θαύμαζα κιόλας. Για τη δύναμη του χαρακτήρα του. Είχε κι αυτό το ύφος που σε πείθει.

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ αρρώστησε. Μου ζήτησε να του πάρω φάρμακα. Για πρώτη φορά, είδα μια μεγάλη αγωνία στο πρόσωπό του. Φαινόταν πως δεν ήξερε άμα θα ξημερώσει για κείνον η επόμενη μέρα. Και είχε δίκιο. Ποτέ δε ξημέρωσε. Οι τελευταίες του κουβέντες επί γης ήταν αυτές. Τρέξε! Θα το προλάβεις! Το φαρμακείο διανυκτερεύει! Το γράφει στην εφημερίδα! Τρέξε! Αποφάσισα να μη βιαστώ. Είπα πως ο γέρος υπερβάλλει. Τον άφησα στην τύχη του και πήγα για ύπνο.

Ο θάνατος του κυρίου Δ δημιούργησε λογής προβλήματα. Δεν είχε ούτε φίλους ούτε συγγενείς για να τον θάψουν. Μου ήταν δύσκολο να τον αφήσω στα χέρια της κοινωνικής μέριμνας. Θέλησα να επωμιστώ όλα τα έξοδα και τις διαδικασίες ταφής. Όμως ποτέ δεν τα κατάφερα. Αφού κι εγώ με τη σειρά μου, αν και καθ’ όλα νέος, πέθανα από καρδιακή ανεπάρκεια λίγες ώρες αργότερα. Τώρα που γράφω αυτή την ιστορία, βρίσκομαι βουτηγμένος μέχρι το λαιμό μέσα σ’ ένα καυτό καζάνι της κόλασης και υποφέρω.

Ο κύριος Δ, γείτονας ακόμη κι εδώ, από το διπλανό καζάνι, έμοιαζε ικανοποιημένος με τις εξελίξεις. Τώρα, και για τους αιώνες των αιώνων, με αντικρίζει με το πιο ειρωνικό του βλέμμα. Δε μου είπες τελικά, διανυκτέρευε το φαρμακείο; Ρωτάει κάθε τόσο και μου κλείνει το μάτι. Κι εγώ για να τον εξοργίσω, του απαντώ πως ναι, διανυκτέρευε.


περιεχόμενα | επαφή